Η Νέα Ιδεολογία της Ατομικής Ευθύνης εν Μέσω της Νέας Μείωσης του Μισθού

Αναδημοσίευση από τη Συνέλευση ενάντια στη βιοεξουσία και την κλεισούρα

Όπως έχουμε ξαναγράψει, το καπιταλιστικό κράτος έβαλε από τον Μάρτη του ‘20 σε λειτουργία μια τεράστια επιχείρηση πειθάρχησης του προλεταριάτου προκειμένου να συνεχίσει να εφαρμόζει, με αναβαθμισμένο τρόπο, τη μνημονιακή πολιτική της λιτότητας, τη μείωση δηλαδή του άμεσου και του έμμεσου μισθού μας.

Αυτό το πέτυχε, αρχικά αραιώνοντας τις προλεταριακές αγωνιστικές συναντήσεις μέσω των πειθαρχικών λοκντάουν· στη συνέχεια, όταν η πιο ορατή κατασταλτική πλευρά τους τέθηκε υπό αμφισβήτηση, προχώρησε στην ακραία διαίρεση των προλετάριων σε πειθαρχημένους εμβολιασμένους και απείθαρχους ανεμβολίαστους.
 
Η επιτυχία βέβαια αυτού του στόχου της δεξιάς του κεφαλαίου χρειάστηκε τόσο την υποστήριξη της αριστεράς του κεφαλαίου όσο και μερίδας του α/α χώρου, υποστήριξη που πολλές φορές ξεπέρασε σε φανατισμό ακόμα και την κρατική προπαγάνδα για συμμόρφωση.
 
Όσο αριστεροί και αντιεξουσιαστές εμβολιολάτρες εξασκούσαν τις ικανότητές τους στη διαφήμιση του εμβολίου και στη δυσφήμιση των ουκ ολίγων ανεμβολίαστων προλετάριων και των αγώνων τους ενάντια στην κρατική διαχείριση της πανδημίας, η δεξιά του κεφαλαίου ως η κυβερνητική δύναμη -και ως εκ τούτου ο πιο ισχυρός πόλος της άτυπης αυτής εθνικής ενότητας- επέβαλε την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού -άμεση στην περίπτωση των υγειονομικών εργαζομένων, έμμεση στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα. Μια υποχρεωτικότητα που όχι μόνο στέρησε μισθό και κοινωνική ασφάλιση από τους απολυμένους ανεμβολίαστους, –στην περίπτωση των ανεσταλμένων υγειονομικών ο εμβολιασμός κατέστη τυπικό προσόν για την παροχή των υπηρεσιών τους στο ΕΣΥ– αλλά επίσης μείωσε άμεσα τον μισθό χιλιάδων ανεμβολίαστων προλετάριων εργαζομένων με τα υποχρεωτικά εβδομαδιαία(και μάλιστα δις), πληρωμένα από την τσέπη τους, ράπιντ τεστ.
 
Μ’ αυτόν τον τρόπο επιχειρήθηκε για πρώτη φορά η σύνδεση του ύψους του μισθού με τον βαθμό πειθάρχησης της κάθε προλετάριας στις υγειονομικές κρατικές προσταγές.
 
Στην ίδια λογική εντάχθηκε και η επιβολή προστίμου στους ανεμβολίαστους άνω των 60 που ακολούθησε, αν και αργότερα καταργήθηκε λόγω των αντιδράσεων που υπήρξαν. Αυτή η δυσοίωνη για τα προλεταριακά συμφέροντα εξέλιξη, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν αποτέλεσε μια εξαίρεση, μια επικοινωνιακή τρίπλα της κυβέρνησης, ούτε συνέβη σε ιστορικό και πολιτικό κενό, όπως προσπαθούσαν μανιωδώς να μας πείσουν διάφοροι υποστηρικτές του εθνικού προγράμματος εμβολιασμού. Ούτε ήταν δεδομένο ότι θα συνεχιστεί απαράλλακτη στον αιώνα τον άπαντα.
 
Μετά και την παταγώδη αποτυχία των εμβολίων να ανακόψουν την πορεία της πανδημίας τόσο ως προς τις νοσήσεις όσο και ως προς τους θανάτους, τα καπιταλιστικά κράτη, έχοντας απωλέσει πλέον τη δυνατότητα πειθαρχικής διαχείρισης της «υγειονομικής κρίσης» φαίνεται να σφυρίζουν –με τζούφια σφυρίχτρα βέβαια– τη… λήξη της πανδημίας, καθώς έρχονται αντιμέτωπα με τα αποτελέσματα της διετούς πολιτικής απαξίωσης κεφαλαίου, μέσω της χρήσης «υγειονομικών» τεχνολογιών.
 
Με άλλα λόγια, η πολιτική που ακολουθήθηκε γρήγορα έφτασε στα όρια της και, επιπλέον, δημιούργησε νέα προβλήματα: η αύξηση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους σε παγκόσμιο επίπεδο ήταν ταχύτερη από ποτέ, οι τόσο απαραίτητες, στο κυρίαρχο μοντέλο της παγκοσμιοποιημένης just-in-time παραγωγής, εφοδιαστικές αλυσίδες μπλόκαραν τo 2020, η πτώση του τζίρου (δηλαδή της αποσπώμενης μάζας υπεραξίας) συνέκλινε με τα επίπεδα μιας παγκόσμιας κρίσης, οι ρυθμοί συσσώρευσης πλασματικού κεφαλαίου διεύρυναν το χάσμα με τον ρυθμό συσσώρευσης του παραγωγικού τομέα, εργάτες παράτησαν μπουχτισμένοι τη δουλειά τους, παντού αναπτύχθηκαν κινήματα ενάντια στα περιοριστικά μέτρα και τα πιστοποιητικά κλπ.
 
Ταυτόχρονα, συγκυριακά γεγονότα διεθνούς εμβέλειας, όπως η συνεχιζόμενη πολεμική σύρραξη μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, διατάραξαν περαιτέρω το ήδη ασταθές γεωπολιτικό σκηνικό και επέτειναν τα αίτια της παγκόσμιας ύφεσης.
 
Η αναγκαία πολιτική απαξίωσης πρέπει, επομένως, να συνεχιστεί, αλλά με άλλα μέσα, όπως εκείνο του πληθωρισμού. Πράγματι, οι καπιταλιστές που καθορίζουν τις τιμές βασικών ενεργειακών εμπορευμάτων αύξησαν σημαντικά τις τιμές τους ήδη από το 2021, συμπαρασύροντας σταδιακά και όλα τα υπόλοιπα. Ως εκ τούτου, η διαρκής κρίση αναπαραγωγής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων εμφανίζεται εκ νέου με τη στρεβλή μορφή της ενεργειακής και της πληθωριστικής κρίσης, όπως δηλαδή συνέβη στις αρχές της δεκαετίας του ’70 κατά τη γενικευμένη ανταρσία ενάντια στο κράτος-σχέδιο – τότε το σχέδιο καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και μείωσης του εργατικού μισθού είχε μυστικοποιημένα παρουσιαστεί ως «πετρελαϊκή κρίση».
 
Το κράτος ως συλλογικός καπιταλιστής καλείται και πάλι να διαχειριστεί την τωρινή κρίση διασφαλίζοντας τόσο την πληγείσα συσσώρευση του κεφαλαίου, εν μέσω διαρκούς πτώσης του ποσοστού κέρδους, όσο και τη συγκράτηση του κόστους νομιμοποίησης των εκμεταλλευτικών σχέσεων.
 
Με πιο απλά λόγια, το κράτος καλείται να αντιμετωπίσει την κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου χωρίς την παραμικρή αύξηση στον άμεσο και τον έμμεσο μισθό μας. Για να συνεχίσει όμως την πολιτική της επίθεσης στον μισθό, πρέπει να διατηρήσει ή και να εμβαθύνει και τον πειθαρχικό χαρακτήρα που απέκτησε αυτή η επίθεση εν μέσω πανδημίας.
 
Η εκτόξευση των τιμών των ενεργειακών εμπορευμάτων αλλά και η συνδεόμενη με αυτήν αύξηση στις τιμές και άλλων εμπορευμάτων έρχονται να λεηλατήσουν τόσο τον τωρινό μισθό όσο και παλαιότερους μισθούς (πιθανές αποταμιεύσεις). Τα χαμηλά (σχεδόν μηδενικά) ονομαστικά επιτόκια καταθέσεων, αποτέλεσμα της μακροχρόνιας πολιτικής των κεντρικών τραπεζών να αντιμετωπίσουν το στοίβαγμα τεράστιων όγκων δημόσιου και ιδιωτικού χρέους στους ισολογισμούς των τραπεζών, σε συνδυασμό με τον υψηλό πληθωρισμό συνεπάγονται αρνητικά πραγματικά επιτόκια.
 
Αντίστοιχα, οι όποιες μισθολογικές αυξήσεις είχαν επιτευχθεί το προηγούμενο διάστημα ισοδυναμούν με μειώσεις εξαιτίας των υψηλότερων από τις αυξήσεις, επιπέδων πληθωρισμού. Το καπιταλιστικό κράτος είναι αναγκασμένο φυσικά να μεριμνήσει, έστω μέσω της παροχής έκτακτων χρηματικών επιδομάτων, ούτως ώστε να είναι τουλάχιστον εφικτή η πληρωμή των λογαριασμών και η αγορά ορισμένων βασικών εμπορευμάτων, για να αποφευχθούν οι τριγμοί ενδεχόμενων εργατικών αγώνων αυτομείωσης, αλλά και να διασφαλιστεί η καπιταλιστική κερδοφορία.
 
Ούτως ή άλλως η εν λόγω έκτακτη επιδοματική πολιτική που πλασάρεται ως «φιλεργατική», στην πραγματικότητα χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από την άμεση κι έμμεση φορολογία της εργατικής τάξης, δίχως να αμφισβητεί την κερδοσκοπία σε βασικά εμπορεύματα (ενέργεια, τρόφιμα, στέγαση).
 
Η αύξηση του κόστους των ενεργειακών εμπορευμάτων οδηγεί το κράτος και σε μια γενικευμένη εκστρατεία ενάντια στην «ανεύθυνη» χρήση τους στους χώρους εργασίας και τα νοικοκυριά.
 
Ήδη βλέπουμε στην καθημερινότητά μας τις γειτονιές μας υποφωτισμένες παρακολουθώντας ταυτόχρονα τις εξαγγελίες για την επίτευξη του νέου εθνικού στόχου της εξοικονόμησης ενέργειας κατά 30% σε βάθος δεκαετίας –ακόμη και μέσω υποχρεωτικών διακοπών ρεύματος στις ώρες αιχμής της οικιακής κατανάλωσης, για να μην κοπεί το ρεύμα στις ενεργοβόρες βιομηχανίες.
 
Αξιοποιώντας το πειθαρχικό οπλοστάσιο των προηγούμενων δυόμισι χρόνων, το κράτος έρχεται να επαναλανσάρει την ιδεολογία της ατομικής ευθύνης, αυτή τη φορά σε μια πιο ποσοτικοποιημένη/μετρήσιμη λογική, καθώς μετά τη δωδεκαετή εφαρμογή μνημονίων επιχειρείται η εκ νέου συμπίεση κοινωνικών αναγκών.
 
Έτσι το ύψος της νέας επιδότησης, συνεπώς το ύψους του μισθού μας, θα εξαρτάται από το πόσο «συνετή», δηλαδή μειωμένη, θα είναι η κατανάλωση ρεύματος στο σπιτικό μας! Έτσι, διασφαλίζεται πως ένα κομμάτι του μισθού μας θα πάει όντως στην αποπληρωμή των λογαριασμών του ρεύματος και δε θα σπαταληθεί «ανεύθυνα» σε άλλες ανάγκες μας, με κίνδυνο την εμφάνιση κινημάτων άρνησης πληρωμών.
Μία άλλη εξέλιξη, που αποδεικνύει ότι ο πειθαρχικός βιοπολιτικός έλεγχος μέσω των εμβολίων («για το καλό της δημόσιας υγείας, για το καλό της κοινωνίας») ήταν μόνο η αρχή, είναι η συνολική αναδιάρθρωση του τρόπου καταβολής προνοιακών επιδομάτων,(ανεργίας, κοινωνικής αλληλεγγύης, γέννας-νέου τέκνου, γονικό-παιδιού κλπ.) ώστε το εκάστοτε ποσό (εν συνόλω ή εν μέρει) να καταβάλλεται μέσω προπληρωμένων κουπονιών voucher, με παράλληλη επιβολή ορίου ανάληψης μετρητών.
 
Είναι γνωστό ότι ειδικά από την περίοδο των μνημονίων και μετά τα προνοιακά επιδόματα χρησιμοποιούνται για την κάλυψη άλλων (πιο άμεσων) αναγκών (νοίκι, λογαριασμοί, σουπερμάρκετ), και τώρα με πρόσχημα ότι το προλεταριάτο τα χρησιμοποιεί τάχα μου για να παίζει… ΛΟΤΤΟ το κράτος πάει να βάλει χέρι στον τρόπο διάθεσης τους. Σημειωτέον ότι ενδέχεται να επιβάλλουν συγκεκριμένο ποσοστό ανά δαπάνη πχ. στο επίδομα νέου τέκνου (2.000 ευρώ σήμερα) τα 200 ευρώ να προϋπολογίζονται για αγορά καροτσιού. Άρα για να κάνει καμιά χρήση αυτών των 200 ευρώ, θα πρέπει ταυτόχρονα να μπορεί να καλύψει τη διαφορά με την τρέχουσα τιμή πώλησης του συγκεκριμένου προϊόντος.
 
Επειδή, όπως είπαμε, η ενεργειακή, η υγειονομική αλλά και η παλαιότερη κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν είναι παρά μορφές εμφάνισης της κρίσης αναπαραγωγής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, αποτυπώνουν σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής την κρίση των υφιστάμενων σχέσεων εξουσίας. Οι αντιφατικοί κοινωνικοί αγώνες που ξέσπασαν ενάντια στη συνολική κρατική διαχείριση της πανδημίας (αγώνες για την αύξηση των δαπανών στο ΕΣΥ, αγώνας ανεσταλμένων υγειονομικών, αγώνες ενάντια στις κρατικές υποχρεωτικότητες) έστω κι αν ήταν μειοψηφικοί και περιθωριοποιημένοι από τις δυνάμεις εκείνες που συνήθως τους διαμεσολαβούν, αμφισβήτησαν ουσιαστικά τη διαδικασία πειθάρχησης της εργασιακής δύναμης.
 
Και για να επεξηγήσουμε λίγο παραπάνω τι εννοούμε μ’ αυτό, αναφερόμαστε στο ότι οι αγώνες αυτοί όχι μόνο διεκδίκησαν σ’ ένα βαθμό την (ποσοτική) αύξηση του έμμεσου μισθού αλλά κατάφεραν να κάνουν και μια έμπρακτη κριτική στην ποιοτική διάστασή του.
 
Με άλλα λόγια δεν θέλουμε μόνο υψηλό άμεσο και έμμεσο μισθό για να καλύπτουμε τις ανάγκες μας, αλλά θέλουμε να τις ιεραρχούμε και να τις ελέγχουμε οι ίδιες.
 
Σ’ αυτή την ενοχλητική εξέλιξη καλείται να απαντήσει το καπιταλιστικό κράτος στην προσπάθειά του να συγκρατήσει σε χαμηλά επίπεδα τον μισθό μας εντείνοντας ταυτόχρονα τον έλεγχο της αναπαραγωγής μας ως πειθαρχημένη εργασιακή δύναμη.

Σεπτέμβριος 2022