contra dystopia

Πολιτική ομάδα για την προάσπιση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών. Ενάντια σε παλιές και νέες "κανονικότητες".

Συνέντευξη με τον Νίκο Αλαφογιάννη για το υγειονομικό απαρτχάιντ

Έρη Σαμικού, Λάζαρος Τεντόμας
Διδάκτορες Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Παντείου Πανεπιστημίου

Ο Νίκος Αλαφογιάννης είναι εικαστικός, καθηγητής εικαστικών και θεωρίας της Ιστορίας της Τέχνης σε δημοτικό σχολείο στα Πετράλωνα ο οποίος από τις 13 Σεπτεμβρίου είναι σε αναστολή εργασίας επειδή δεν προχώρησε στη διεξαγωγή διαγνωστικού ελέγχου (rapid test) όπως προβλέπει ο νόμος, προκειμένου να διδάξει. Με αφορμή το γεγονός αυτό συναντήσαμε τον Νίκο για μια συνέντευξη στην οποία τα ερωτήματα που του υποβάλλαμε απορρέουν από την ανθρωπολογική μας ιδιότητα. Δύο ανθρωπολόγοι λοιπόν, η Έρη Σαμικού και ο Λάζαρος Τεντόμας συνομιλήσαμε με τον εκπαιδευτικό Νίκο Αλαφογιάννη για τις επιμέρους συνδέσεις της πράξης του με το ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι.

Έρη: Νίκο σε ευχαριστούμε για αυτή τη συζήτηση που ανοίγεις με τη στάση σου απέναντι στην κυρίαρχη κυβερνολογική που απαιτεί να κανονικοποιήσει το δυστοπικό παρόν ως μια αυτονόητη νόρμα. Περιέγραψε μας τη διαδρομή μέσα από την οποία έρχεται η πολιτική σου θέση να σταθεί απέναντι στο βιοϊατρικό αυταρχισμό που ζητά με τη βία να αποδεικνύεις διαρκώς ότι δεν είσαι «κίνδυνος» και «μιαρός»;

Εμείς ευχαριστούμε που δίνεται την ευκαιρία να ακουστούν οι υπεξούσιες φωνές. Για να περιγράψουμε τη διαδρομή πρέπει να πάμε πίσω. Από τη δεκαετία του 1980, οι κοινωνικοί αγωνιστές αποκαλούνταν ως «γνωστοί-άγνωστοι», «νεαροί κουκουλοφόροι», «τρομοκράτες», οδηγούμενοι πολλοί/ες αθώοι/ες σύντροφοι/ισσες στις φυλακές. Η έννοια του «αόρατου εχθρού» πάντοτε άλλαζε χαρακτηρισμούς έχοντας όμως ουσιαστικά τον ίδιο σκοπό• την τρομολαγνεία και τον εκφοβισμό του κοινωνικού συνόλου απέναντι σε όλους/ες/α αυτούς/ες/α που ξεφεύγουν από την κυρίαρχη πολιτική/πολιτισμική προπαγάνδα στην διαμόρφωση μιας μονοδιάστατης κοινής γνώμης. Είναι αλήθεια ότι η στάση του καθενός/μιας από τον ευρύτερο αναρχικό-αντιεξουσιαστικό χώρο καταντούσε πολλές φορές απολογητική στην προσπάθεια να εξηγηθεί ότι η ενημέρωση που γίνεται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ είναι μονομερής, συκοφαντική και εξυπηρετεί τις δολοπλοκίες των διαπλεκόμενων κρατιστών με τα ιδιωτικά συμφέροντα. Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα ο πραγματικά επικίνδυνος ιός της λαϊκής διχόνοιας που εξαπλώνεται από τα ΜΜΕ, καταφέρνει να έχει χιλιάδες νοσούντες. Εδώ πρέπει να συνυπολογίσουμε την πολιτισμική προπαγάνδα όπως ασκείται μέσα από τα ολοκληρωτικά ιδρύματα και οργανώσεις ομογενοποίησης όπως η Documenta, η Biennale, το «Νιάρχος», «η στέγη γραμμάτων και τεχνών», κλπ. Εκεί οι συμμετέχοντες θεωρητικοί, διανοούμενοι και καλλιτέχνες συναινούν στους διαχωρισμούς συμπράττοντας με το κυρίαρχο ρεύμα και δημιουργώντας διαδικασίες βάσει των οποίων αναπαράγονται ή προκαλούνται νέες διακρίσεις, νέες υπεξούσιες ομάδες. Δυστυχώς, τώρα, αυτό το πρόβλημα επεκτείνεται και σε πολλούς άλλους χώρους τεχνών, διασκέδασης και εστίασης. Οι διαχωρισμοί πια συμπεριλαμβάνουν και λευκούς υγιείς ή καλύτερα λευκούς εν δυνάμει ασθενείς. Η πρόληψη αποκτά έναν νέο ευγονικό, ολοκληρωτικό χαρακτήρα. Άλλωστε, αυτού του είδους η ιατροδιαγνωστικοκεντρικότητα υπήρχε ήδη στον χώρο της αναπηρίας και της ψυχικής υγείας, όμως τώρα αντί να ξεπεραστεί, επεκτείνεται.
Άρα, η οποιαδήποτε θέση που αναδύεται από αυτή την διαδρομή είναι πρωτίστως η ανάδειξη ζητημάτων που δεν συνυπολογίζονται από τον «νοσούντα κοινό νου», τον/την «αθεράπευτα ιδιωτεύων/ουσα», τον/την «νοικοκυραίο/α ιδιοκτήτη/τρια», τον/την «βολεμένο/η μισθωτό», δια μέσω των οποίων πρέπει να αναλογιστεί πως η στάση του/της δεν είναι στάση «ατομικής ευθύνης» αλλά μια επιβεβλημένη συνθήκη μίσους, αδιαφορίας, διχασμού και ρατσιστικών εκφάνσεων. Επιπροσθέτως τώρα, κάποιοι/ες από εμάς επιβεβαιώνονται όταν στο παρελθόν μέσα στους παραπάνω έβαζαν και την «κομματική αριστεροφροσύνη» της επαγγελματοποιημένης-θεσμοποιημένης «κοινωνίας των πολιτών» και της «πολιτικής ορθότητας» μιας αλληλεγγύης που βρωμάει ψηφοθηρία και καρριερισμό. Σε αυτήν την αριστεροφροσύνη της «πολιτικής ορθότητας» και της «αλληλεγγύης» αναστοχαζόμαστε την αλληλοβοήθεια του Κροπότκιν ο οποίος -διακρίνοντας στη φύση την βλαπτικότητα του ανταγωνισμού- την προτείνει ως την καλύτερη εγγύηση για επιβίωση και συνύπαρξη.

‘Ερη: Η έννοια της σωματικής αυτοδιάθεσης είναι πλέον υπό διεκδίκηση, δίνεται ένας αγώνας από τη μεριά σου [και όχι μόνο] να αντισταθεί η κάθε δι-υποκειμενική σωματικότητα απέναντι στην απογυμνωμένη από δικαιώματα εκδοχή της. Σε αυτόν τον αγώνα όπου το πρόταγμα είναι πολιτικό και όχι υγειονομικό, εσύ φτάνεις μέχρι το έσχατο σημείο να δεχτείς το στίγμα του «αρνητή», να περιθωριοποιηθείς, να απομακρυνθείς από το σχολείο με αστυνομική συνοδεία, να στερηθείς την εκπαιδευτική σχέση με τους/τις μαθητές/μαθήτριες σου και να στερηθείς και τον μισθό σου, τιμωρητικά, μέσω αναστολής, αφού δεν πειθαρχείς στις ηγεμονικές νόρμες. Μίλησες μας για τις συνέπειες που ξεδιπλώνονται κάθε μέρα μέσα από μια τέτοια στάση απέναντι στον υγειονομικό αυταρχισμό της λεγόμενης «αναστολής» μισθού/ζωής.

Τελικά, η απειλή των αστυνομικών δυνάμεων δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ αλλά αυτό που βίωσα ήταν κάτι σκληρότερο από το να έβγαινα από το σχολείο με συνοδεία αστυνομικών. Όταν προσήλθα στον χώρο της εργασίας μου αγνοήθηκα παντελώς από τους συναδέλφους/ισσες μου και αντιμετώπισα μια άδεια τάξη γιατί είχαν προφτάσει να απομακρύνουν τους/τις μαθητές/τριες περιμένοντας πότε θα βαρεθώ την απομόνωση και τον εξοβελισμό και θα φύγω από μόνος μου. Η στάση τους συνεχίζει να είναι υποκριτικά σκληρή ακόμα και στην παρέμβαση που κάναμε στις 6/10, συλλογικά, με ομάδες που προέρχονται από τις δύο συνελεύσεις κατά της υποχρεωτικότητας και του υγειονομικού απαρτχάιντ. Αυτοί που δεν με θέλουν στο σχολείο θεωρούν ότι καλώς απομακρύνθηκα γιατί είμαι «επικίνδυνος» και οι άλλοι περιορίζονται σε επιφανειακά «λόγια αγάπης», ώστε να αυτοεξιλεωθούν γιατί δεν μπορούν αλλά και δεν θέλουν να πράξουν κάτι παραπάνω από αυτό που έπραξαν. Παρεμπιπτόντως, την ίδια αυταρχική αντιμετώπιση υπέστη κατά την εκδίωξη μου, στις 11/10 από την συμμετοχή μου στη δεύτερη χρονιά του μεταπτυχιακού που παρακολουθούσα στο τμήμα της Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης, στην ΑΣΚΤ, επειδή ακριβώς δεν συναινώ στις υποχρεωτικές ιατρικές πράξης που μου επιβάλλουν. Στις εισόδους των περισσότερων πανεπιστημιακών σχολών ήδη ξεκίνησαν να διεξάγονται εξονυχιστικοί έλεγχοι από σεκιούριτι/νοσηλευτές σε ταυτότητες και πιστοποιητικά, καταρρίπτοντας και τον τελευταίο σεβασμό στην συζήτηση για τα προσωπικά δεδομένα. Επιπλέον, να αναφέρουμε ότι τα συνδικαλιστικά σωματεία και οργανώσεις, πέρα από κάποιες εξαιρέσεις, συνεχίζουν να στέκονται εχθρικά σε όσους/ες βρίσκονται σε αναστολές εργασίας, εμμένοντας στο ολοκληρωτικό δόγμα του «καθολικού-μαζικού, μη υποχρεωτικού εμβολιασμού» που ουσιαστικά είναι η εκδοχή του «καλού μπάτσου» δίπλα στον «κακό κυβερνητικό μπάτσο», όμως και οι δύο κατά βάθος μας ζητάνε να παραδοθούμε στην νέα ευγονική. Αναζητούν δηλαδή, πάση θυσία, όχι μόνο πειραματόζωα αλλά και πειραματανθρώπους. Εμείς σ’ αυτήν την εμμονή τους, παραθέτουμε τα λόγια του Tim Ingold, τονίζοντας, ότι το ανθρώπινο ον, με τις συγκεκριμένες κλίσεις και προδιαθέσεις του, δεν είναι προϊόν ούτε γονιδίων ούτε πολιτισμού, ούτε και τα δύο μαζί, αλλά μάλλον διαμορφώνεται εντός μιας διαδικασίας οντογενετικής ανάπτυξης στα πλαίσια μιας πολυειδιστικής συγκατοίκησης που διαρκεί όσο η ζωή.

Λάζαρος: Έχουμε ακούσει συχνά όλη αυτή την περίοδο τους όρους «ατομική ευθύνη» και «ηθικό καθήκον» όσον αφορά τον εμβολιασμό. Τι απαντάς σ’ όσους/ες σε κατηγορούν ότι η δική σου στάση δεν είναι αλληλέγγυα;

Όπως αναφέραμε παραπάνω, αντί της υποκριτικής αλληλέγγυας στάσης εμείς προτείνουμε την έμπρακτη αλληλοβοήθεια. Είναι γεγονός ότι έχει ανοίξει ένα μεγάλο discourse κατά τη μακρά μεταμοντέρνα περίοδο όπου αμφισβητούνται, αποδομούνται και επαναεννοιολογούνται, όροι και νόρμες του μοντέρνου παρελθόντος. Για παράδειγμα, ο ανθρωποκεντρισμός, η ουσιοκρατία και η απόδοση συγκεκριμένων ταυτοτήτων είναι κάποιες από αυτές. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια εποικοδομητική πλευρά του μεταμοντερνισμού εφόσον στην προσπάθεια συμβίωσης στον πλανήτη γίνει κατανοητό ότι πρέπει να απαλειφθεί η ανθρώπινη κυριαρχία και η ισχύς του ανθρώπου ως θεματοφύλακα αιώνιων και απόλυτων αληθειών.
Εντούτοις, συνυπάρχει και μια παραπλανητική πλευρά του, στην οποία προβάλλονται ανανεωμένα παλιά στερεότυπα όπως αυτά του «ηθικού καθήκοντος» και της «ατομικής ευθύνης». Αυτά μοιάζουν σαν την «χιτλερική ανάγνωση του Νίτσε» και το «ηθικό καθήκον» του εθνικοσοσιαλισμού ως κατάλοιπο της εθνοπατριωτικής τάσης του ρομαντισμού. Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν ο εγκλεισμός και η απαγόρευση κυκλοφορίας των Εβραίων πέρα από τα γκέτο τους, από τους Ναζί, ως «υγειονολογική αναγκαιότητα». Ουσιαστικά, πρόκειται για μια στρατιωτικοποίηση/στρατολόγηση πλανημένης αφύπνισης των λαών απέναντι στο «Άλλο», στο «ξένο», στο «ανοίκειο», στον «αόρατο εχθρό» που πάντα καταλήγει σε πολέμους με τεράστιες ανθρώπινες και περιβαλλοντικές απώλειες. Μόνο που τώρα ο πόλεμος κηρύχθηκε από τα κράτη και τις εταιρείες που τα στηρίζουν, ενάντια σε όλη την ανθρωπότητα και η στρατολόγηση που γίνεται είναι συγκαλυμμένα μισθοφορική με την ψευδαίσθηση της «ατομικής ευθύνης». Ας μην γελιόμαστε, κάτω από αυτήν υπάρχουν πολυποίκιλα συμφέροντα, από την αποφυγή της επιβολής τεράστιων προστίμων μέχρι την εκμετάλλευση των συνθηκών έκτακτης ανάγκης προς ίδιον όφελος.
Εμείς, απέναντι στην «ατομική ευθύνη» προτάσσουμε την Άμεση Δράση έτσι όπως την ορίζει η αναρχική χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς, Voltairine de Cleyre. Η ίδια τονίζει ότι πρέπει πρώτα να προηγηθεί μια ατομική εξέγερση για να υπάρξει αργότερα μια μαζική γιατί η Άμεση Δράση είναι η σπίθα που παραμερίζει τον φόβο και την αδιαφορία κάνοντας και τους πιο αδιάφορους να συνειδητοποιήσουν πως η καταδυνάστευση δεν είναι πια ανεκτή.

ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ: ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ

ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ

Αξιολόγηση σχολικής μονάδας ή πώς το κράτος «διδάσκει» τη ρουφιανιά και την πειθάρχηση σε πρόβατα και ερίφια…

Αξιολόγηση σχολικής μονάδας ή πώς το κράτος «διδάσκει» τη ρουφιανιά και την πειθάρχηση σε πρόβατα και ερίφια…

Η επιβολή της αξιολόγησης στη Δημόσια Εκπαίδευση, δεν αποτελεί απλά ιδεολογική εμμονή της σημερινής Κυβέρνησης, αλλά συνιστά μέρος μιας διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία 30 χρόνια, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται η αναπροσαρμογή της εκπαίδευσης συνολικά, με σκοπό την εξυπηρέτηση των επιταγών του κεφαλαίου και των εκάστοτε αφεντικών, μέσω της εγκαθίδρυσης ενός μηχανισμού βίαιης και ολοκληρωτικής διαχείρισης των παραγωγικών σχέσεων και της εργατικής δύναμης, από τις πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Στο κέντρο της επίθεσης του σύγχρονου ολοκληρωτικού κράτους βρίσκονται τα πιο πληβειακά στρώματα των νέων, εναντίον των οποίων θα εξελίσσεται η κρατική πολιτική πειθάρχησης των υποτελών πληθυσμών στα πρότυπα της στρατιωτικής διαχείρισης των μεταναστευτικών πληθυσμών για τα κατώτερα στρώματα, τα οποία μαζί με τους μετανάστες, τους πρόσφυγες και τους άλλους αποκλεισμένους θα εκτοπίζονται στο περιθώριο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, μέσα από την προώθηση των κατηγοριοποιήσεων, των αποκλεισμών, και της υποταγής που βρίσκονται στον πυρήνα των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων. Ο καπιταλισμός του σοκ και της εξαθλίωσης, του βιοπολιτικού και τεχνοεπιστημονικού ελέγχου διαμορφώνει τον νέο τύπο ανθρώπου σε ένα νέο κοινωνικό υπόδειγμα σκληρού ατομισμού, άγριου ανταγωνισμού, θεσμοποιημένης ρουφιανοποίησης και απόλυτης συναίνεσης στο κοινωνικό υπόδειγμα, ισοπεδώνοντας και καταστέλλοντας κάθε προοπτική αμφισβήτησης του υπάρχοντος, αντίστασης και εξέγερσης.

Πίσω από εύσχημους και παραπειστικούς όρους, όπως, «αναβάθμιση, σχεδιασμός, ενδυνάμωση, αυτονομία» καμουφλάρεται η πιο μεθοδική και στοχευμένη ταξική επίθεση των αφεντικών με βασικό χαρακτηριστικό της τη μείωση του κοινωνικού χαρακτήρα του κράτους και την ενίσχυση του κατασταλτικού του ρόλου. Στον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης βρίσκεται η υπαγωγή της εκπαίδευσης στις ανάγκες του κεφαλαίου και η μετατροπή του σχολείου σε επιχείρηση, με βασικά στοιχεία τη δραστική περικοπή των δαπανών με στόχο την απαξίωση και την υποβάθμισή του και συνεπώς την προώθηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης, τη διείσδυση επιχειρήσεων σε τομείς της δημόσιας εκπαίδευσης, την έμφαση στην καλλιέργεια «ήπιων» δεξιοτήτων σε βάρος της ολόπλευρης μόρφωσης και της κριτικής σκέψης, την εδραίωση του ανταγωνισμού μεταξύ των κατηγοριοποιημένων με ποσοτικά κριτήρια εκπαιδευτικών μονάδων και την εφαρμογή μιας σκληρής ιεραρχικής από τα πάνω ατομικής αξιολόγησης με σκοπό τον ολοκληρωτικό ιδεολογικοπολιτικό έλεγχο των μαθητών και των εκπαιδευτικών. Σε περιόδους σκληρής λιτότητας και απώλειας εργασιακών δικαιωμάτων, ο μπαμπούλας της αξιολόγησης διασφαλίζει τον απόλυτο έλεγχο των πάντων, ενώ οι υποταγμένοι εκπαιδευτικοί θα γίνουν οι φορείς των «μεταρρυθμίσεων» στο δημόσιο σχολείο του ανταγωνισμού και της κατάρτισης.

Στη διάρκεια της χρονιάς, ήδη οι μαθητές βίωσαν στην πράξη τι σημαίνουν οι κοινωνικοί αποκλεισμοί, όταν 40.000 νέοι, βρέθηκαν έξω από τις σχολές της επιλογής τους με όχημα την ελάχιστη βάση εισαγωγής, ενώ η καθιέρωση της τράπεζας θεμάτων θα κλείσει το δρόμο για τα πανεπιστήμια στους μαθητές των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, την ίδια στιγμή που οι μαθητές των ΕΠΑΛ έρχονται αντιμέτωποι με μεγαλύτερη υποβάθμιση των σχολικών μονάδων μπροστά στο φάσμα της ανεργίας, της ελαστικής και της απλήρωτης εθελοντικής εργασίας.

Παράλληλα, η εκπαιδευτική αναδιάρθρωση στα πανεπιστήμια με το νόμο 4777, μεταμορφώνει ριζικά το εκπαιδευτικό τοπίο, εγκαθιδρύοντας συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού, μέσω των διαγραφών φοιτητών με κριτήριο το ανώτατο όριο σπουδών, εξίσωσης των πτυχίων με αυτά των ιδιωτικών κολεγίων και κοινωνικών ανισοτήτων, όπου θα δίνει τον τόνο η αστυνομία, οι κάμερες παρακολούθησης και τα συστήματα ασφαλείας για να μπορούν ανενόχλητες να μπαινοβγαίνουν οι ιδιωτικές εταιρείες με στόχο τον πλήρη οικονομικό έλεγχο και την ιδεολογική χειραγώγηση των πανεπιστημίων.

Η κυβέρνηση, με την έναρξη του εγκλεισμού στο όνομα της «πανδημίας», αξιοποίησε μεθοδικά την πολιτική και κοινωνική συναίνεση στην επιβολή των λοκντάουν και κατάφερε να ψηφίσει νομοσχέδια που για πολλά χρόνια προσέκρουαν στις αντιστάσεις και στους αγώνες του εκπαιδευτικού κόσμου. Παρόλα αυτά εκπαιδευτικοί, μαθητές και φοιτητές, σπάζοντας τις απαγορεύσεις, συναντήθηκαν στο δρόμο του αγώνα και αντιτάχθηκαν στο πολυνομοσχέδιο και στις μεθοδεύσεις της Κεραμέως ενάντια στα εργασιακά δικαιώματα, την ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης και των συλλογικών αγώνων, στο ηλεκτρονικό φακέλωμα και τις κάμερες στην τάξη, στην αύξηση του αριθμού μαθητών ανά τμήμα και στην απόπειρα επιβολής της αξιολόγησης των σχολικών μονάδων.

Το τελευταίο διάστημα, οι εκπαιδευτικοί με μια συντριπτική ιστορικά πλειοψηφία που ξεπερνά το 90%, συμμετέχουν στην απεργία-αποχή ενάντια στον νόμο για εσωτερική- εξωτερική αξιολόγηση των σχολείων με αποκορύφωμα τις τελευταίες μεγαλειώδεις και μαχητικές διαδηλώσεις σε όλες τις πόλεις της χώρας. Η εκπαιδευτική κοινότητα στις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις της έρχεται αντιμέτωπη με ένα πανικόβλητο κράτος που επιχειρεί να κάμψει τους αγώνες της εξαπολύοντας πρωτοφανή καταστολή με άγριες επιθέσεις των ΜΑΤ, ξύλο και χημικά. Στην επίθεσή της η κυβέρνηση κατέφυγε στη συνδρομή της υπάκουης κι ελεγχόμενης αστικής δικαιοσύνης για να κηρύξει παράνομους και καταχρηστικούς τους συνδικαλιστικούς αγώνες των εκπαιδευτικών, σε μια πρωτοφανή και προκλητική παράκαμψη ακόμη και των συνταγματικών αστικοδημοκρατικών προσχημάτων που τηρούνται στη δικονομική διαδικασία.

Ο αγώνας των εκπαιδευτικών δεν είναι κλαδικός. Είναι αγώνας πρώτα ιδεολογικός, απέναντι σε μια βίαιη αλλαγή, που επιβάλλεται από τα πάνω και επιχειρεί να αντιστρέψει την αντίληψη ότι το σχολείο και η εκπαίδευση αποτελούν κοινωνικό αγαθό, στο οποίο έχουν όλοι ισότιμη πρόσβαση χωρίς αποκλεισμούς, και στο οποίο μέχρι τώρα υπήρχαν ρωγμές και περιθώρια να λειτουργήσει ως πεδίο αναπαραγωγής της κριτικής σκέψης, αμφισβήτησης του υπάρχοντος και παραγωγής αντιστάσεων. Είναι ακόμη αγώνας πολιτικός για την προάσπιση των συλλογικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, απέναντι στην ποινικοποίηση της απεργίας και της συνδικαλιστικής δράσης.

Ο αγώνας των εκπαιδευτικών ενάντια στην αξιολόγηση είναι προ πάντων αγώνας απέναντι στη στρατηγική επιλογή των διαχωρισμών, των κατηγοριοποιήσεων και των αποκλεισμών, απέναντι σε λογικές διαρκούς επιτήρησης, ελέγχου και πειθάρχησης σε μια κοινωνία που μετατρέπεται σταδιακά σε ένα ανοιχτό στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου τα πάντα και οι πάντες αξιολογούνται από θεσμικούς και εξωθεσμικούς εκκολαπτόμενους ρουφιάνους, τα πάντα και οι πάντες υπόκεινται σε διαρκή έλεγχο απόδοσης, επίδοσης, αρτιότητας και αρτιμέλειας, υγείας και «ύπαρξης», ώσπου η ύπαρξη θα έχει χάσει το νόημά της παραπαίοντας στο λεπτό όριο όπου η ελπίδα δίνει τη σκυτάλη στη δυστοπία. Κι αυτός ο αγώνας μας αφορά όλους.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥΣ

Η ΝΙΚΗ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΝΑΙ ΝΙΚΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑΠΙΕΣΜΕΝΩΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ

ΓΙΑ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΑ ΕΠΑΛ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΦΑΣΙΣΜΟ ΤΟΥ 2Ιου ΑΙΩΝΑ

Δεν είναι μυστικό ότι βιώνουμε ξανά μια νέα άνθηση του νεοναζισμού.

Ένα χρόνο μετά την καταδίκη της χρυσής αυγής από το κράτος που ενδοσυστημικά την ανέθρεψε,  την χαρτζιλίκωνε, πλήρωσε τα ψηφοδέλτιά της και την ανέδειξε σε πολιτική δύναμη, αξιοποιώντας την ως δεκανίκι της κυβερνώσας "λαϊκής" τάχα μόνο δεξιάς, όπου την χρειαζόταν, ο φασισμός είναι και πάλι εδώ.

Προφανώς και για την κινητοποίηση των νεοναζί έπεσαν τα απαραίτητα τηλέφωνα και φράγκα από τους εντολείς τους στο Μαξίμου. Ωστόσο, ο φασισμός συνιστά πολιτικό κίνημα κι ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται.

Η σημερινή νεολαία αναζητά άτσαλα τα βήματά της ανάμεσα στα ερείπια της αυτοεκπληρούμενης προφητείας της συστημικής κατάρρευσης, της "πανδημίας", της ανεργίας, της ακρίβειας, της διαρκούς καπιταλιστικής κρίσης, της απαξίωσης των ιδεών και των ιδεολογιών σε ένα μόνιμο καθεστώς έκτακτης ανάγκης μέσα σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης φτηνής διασφάλισης της επιβίωσης. 

Βοήθησε κι η κυβέρνηση στην αναζωπύρωση του φασισμού, χωρίς να  χρειαστεί να ενεργοποιήσει ευθέως τις νεοναζί δυνάμεις αλλά εμμέσως, συκοφαντώντας μέσω των ΜΜΕ με ποταπή αλλά αποτελεσματική προπαγάνδα κατά όσων αντιτίθενται στη κρατική διαχείριση του ιού, ως ακροδεξιών.

Βοήθησαν κι οι συστημικοί influencers της αριστεράς, αναπαράγοντας την κρατική προπαγάνδα και παραποιώντας λόγια σοφών, για να εμφανίσουν τους ελάχιστους υπερασπιστές της δημοκρατίας, των αξιών του δυτικού πολιτισμού, των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων και των εργασιακών κεκτημένων ως νεοσυντηρητικούς θατσερικούς.

Βοήθησαν και οι συστημικοί -κοινοβουλευτικοί κι όχι μόνο- πολιτικοί φορείς της αριστεράς, της αναρχίας και του αντιεξουσιαστικού χώρου στην αυτοαπαξίωσή τους και την ενδυνάμωση του φασισμού, υιοθετώντας πλήρως την οργουελική κρατική αφήγηση. 

Η αριστερά περιορίστηκε να ζητά περισσότερα μέτρα και περισσότερη κρατική διαμεσολάβηση, όπως ακριβώς στα γεγονότα των ΕΠΑΛ που διεκδικούν περισσότερες και πιο δραστικές  παρεμβάσεις «προστασίας» από το φασιστικό κράτος.

Βούτυρο στο ψωμί της κυβέρνησης του γκεμπελιστάν τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη, παρουσιάστηκαν ως εσωτερικές διαμάχες της θεωρίας των δύο άκρων, σύμφωνα με την οποία κάθε απόκλιση από τον ολοκληρωτισμό της κοινής γνώμης, συνιστά ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα.

Πέταξε η κυβέρνηση κι έναν ακροδεξιό έξω από το κοινοβουλευτικό της σώμα, ενώ όλοι οι υπόλοιποι ακροδεξιοί συνεχίζουν να κυβερνούν, με την ανοχή και συνενοχή της συστημικής αριστεράς, κι ως εκ του θαύματος, ένα χρόνο μετά την καταδίκη της χρυσής αυγής ο φασισμός νικήθηκε εκ νέου.

Ο φασισμός όμως θα νικηθεί όταν ο κάθε κυρ Παντελής θα αρχίσει να τιμωρείται και να απαξιώνεται όχι μόνο δικαστικά (ούτε καν αυτό δεν γίνεται) αλλά πολιτικά και κοινωνικά, όταν σταματήσει να σκουπίζει κάτω από το χαλί τα αίματα από τις δολοφονίες του κάθε Ζακ κι όταν αρχίσει να ντρέπεται να χρησιμοποιεί ως δικαιολόγηση της ψήφου του το φτηνό "δεν ήξερα τι έκανα".

Ο φασισμός εξάλλου των μερικών γραφικών νεοναζί στα ΕΠΑΛ δεν είναι παρά ένα προπέτασμα καπνού, ένα κόκκαλο που έχουν για να πετάνε στο πιστό σκυλί της αριστεράς, για να μη βλέπει κανείς πίσω απ' την κουρτίνα…

Να μη βλέπει κανείς τον φασισμό του 21ου αιώνα, που δεν περιλαμβάνει πλέον ναζιστικές χαιρετούρες, σεξισμό και ρατσισμό, αλλά που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι κι αντισεξιστικός κι αντιρατσιστικός στα χαρτιά, πλην όμως στην πράξη είναι η αποθέωση του ολοκληρωτισμού.

Ο νέος φασισμός απαρτίζεται από συλλογικά ιδεώδη που διαπλάστηκαν από το κράτος μέσα σε 2 μόλις χρόνια στημένης κατάστασης ανάγκης, από φτηνά εμπορεύματα ατομικής και συλλογικής ευθύνης, από το βιασμό της έννοιας της αλληλεγγύης, από τη διαρκή καταπάτηση ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, από το νεοναζί πολίτικαλ κορέκτ καθημερινό βιασμό της εργατικής τάξης κι από τη διαρκή διευθέτηση της καθημερινότητας των υπηκόων με τη μορφή ιατρικής τυπολογίας ναζιστικών διαταγμάτων.

Στο νέο φασισμό μπορείς να είσαι άσπρος, μαύρος, γκέι, φούξια ή ό,τι άλλο θες με μια μόνο προϋπόθεση: η διαφορετικότητά σου να περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στο αισθητικό επίπεδο.

Απέναντι στην αγαστή σύμπνοια του θεσμικού κρατικού φασισμού και των ταγμάτων εφόδου που τροφοδοτεί και εμφανίζει από τα κάτω, αντιστέκονται υγιείς δυνάμεις που επεξεργάζονται το υπάρχον και οι οποίες έβλεπαν στο βάθος του τούνελ από την έναρξη της "πανδημίας" πως ο μεγαλύτερος ιός που απειλεί την ανθρωπότητα αυτή τη στιγμή είναι ο νέος ολοκληρωτισμός σε μια πρωτόγνωρη σύνθεση "εθνικής συναίνεσης και κρατικής σωτηρίας" στο όνομα κατασκευασμένων εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών. 

Αυτές οι δυνάμεις ήταν, είναι και θα παραμείνουν στο δρόμο.