Η ΝΟΣΟΣ ΩΣ ΑΠΕΙΘΑΡΧΟΣ ΤΥΠΟΣ ΣΩΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Η νόσος ως απείθαρχος τύπος σωματικότητας

Λάζαρος Τεντόμας
Δρ. Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, εκπαιδευτικός

Η ενταξιακή λογική βασίζεται στην αποκαταστατική ιατρική. Πρόκειται για μια εξουθενωτική διαδικασία η οποία αφού κατηγοριοποιήσει τα σώματα σε ένα περίπλοκο γραφειοκρατικό μοντέλο διανομής δικαιωμάτων καταφέρνει να επιβάλλει το τι θεωρείται υγιές και τι άρρωστο. Στην πραγματικότητα δημιουργείται μια γκρίζα ζώνη όπου οι δικαιούχοι των παροχών δεν θεωρούνται ούτε υγιείς ούτε άρρωστοι. 

Η λογική αυτή χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να εξηγήσει το πώς υπάρχουν στις σύγχρονες κοινωνίες τα ανάπηρα άτομα όμως στην εποχή του Covid-19 η γκρίζα ζώνη άπλωσε και μέσα της ενσωματώθηκαν καινούργιες κατηγορίες αμφισβητούμενης σωματικότητας οι οποίες προστέθηκαν στις ήδη υπάρχουσες κατηγορίες,  όπως είναι οι λεγόμενοι «αρνητές».

Η αποκαταστατική λογική αυτή τη φορά αναφέρεται στον εμβολιασμό των σωμάτων, μια επικέντρωση η οποία παράγει πολύ συγκεκριμένα μοτίβα εξήγησης του κόσμου. Αν βασιστούμε στη θεωρία του Theodor Adorno  (1973[1966]) για την αρνητική διαλεκτική θα αντιληφθούμε ότι τα μέλη της γκρίζας ζώνης (ανεμβολίαστοι, ευπαθείς ομάδες) συχνά αντιμετωπίζονται ως υποκείμενα τα οποία ερμηνεύουν τον κόσμο με βάση την αισθησιακή σκέψη  και ως εκ τούτου η διαφορετικότητά τους εκλαμβάνεται ως κατάσταση λιγότερο αποτελεσματική από τη κοινή ζωή που βασίζεται στη λογική. Η συλλογιστική αυτή ευαλωτοποιεί τα άτομα και συνάμα επιβάλλει την αορατότητά τους  και τη συρρίκνωση των  συμμαχιών τους στις διαπραγματεύσεις τους για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής τους. Συμβαίνει δηλαδή ό,τι συνέβαινε όλα τα χρόνια με τόσες και τόσες διαφορετικές φωνές που σώνει και καλά έπρεπε να αποκατασταθούν-εξομαλυνθούν γιατί η «γεμάτη ρίσκο ζωή τους» δυσκόλευε τη ζωή των υπολοίπων. Η ενταξιακή λογική δεν αφορούσε συνεπώς τη βελτίωση της ζωής των διαφορετικών άλλων αλλά τον εφησυχασμό των πολλών ότι οι διαφορετικοί θα γίνουν πιο συμβατοί. Η κάθε αρρώστια ή/και δυσλειτουργία του σώματος έτσι εμφανίζεται ως απείθαρχος τύπος σώματος ως προς τις ανάγκες της κοινωνίας και της επικοινωνίας. Ο St. Pierre θεωρεί ότι η ευχέρεια είναι βιοπολιτικός και ηγεμονικός τύπος προσδιορισμού των σωμάτων και των χώρων βασισμένος στην έννοια της ομαλοποίησης που περιγράφει την κίνηση προς έναν μέσο όρο ή ισορροπία, με στόχο την εξισορρόπηση των διαφορών των ομάδων σύμφωνα με έναν κοινό παρονομαστή (St. Pierre 2017). Για την Erica Lilleleht (2002), οι μεταρρυθμίσεις της αποκατάστασης προσφέρουν απλώς μια ελαφρύτερη τεχνική εξουσίας. Ο στόχος δεν είναι πλέον η θεραπεία και διόρθωση οποιασδήποτε μορφής απόκλισης, αλλά η απομόνωση και η ρύθμιση του τι θεωρείται απόκλιση.

Πλέον όλο και περισσότερα άτομα αποκλείονται και, ταυτόχρονα, υπάρχει όλο και μεγαλύτερη απαίτηση για αυστηρή συμμόρφωση των ατόμων ώστε να ανταποκρίνονται σε ένα πρότυπο. Ενώ η απόκλιση από τον κανόνα προκαλεί περιορισμό και διόρθωση, η εξομάλυνση είναι διαδικασία που έχει ως στόχο την επιδίωξη μιας συνεχώς επεκτεινόμενης νομιμοποίησης της παραγωγής νέων κανόνων υγείας. Οι κρίσεις της εξουσίας, τα διαγνωστικά της φάσματα, οι ταξινομήσεις και οι παρεμβάσεις καθίστανται όλο και πιο ρυθμιστικές.

Η Rosemarie Garland-Thomson (2004) προσέφερε τον όρο “normate” ως «απεικόνιση των συλλογικών, μη στιγματισμένων, κανονιστικών χαρακτηριστικών των πολιτισμών», ενώ ο Lennard Davis (2006) ανέλυσε τον όρο «φυσιολογία» ως βιοπολιτική κατηγορία που προέκυψε από τη στατιστική και την ευγονική και εμφανίστηκε ως όρος στα μέσα του 19ου αιώνα. Για τον McRuer (2006), η ικανότητα όπως και η ετεροφυλοφιλία εμφανίζονται ως υποχρεωτικές και συγκροτημένες από έναν τύπο λογικής, ο οποίος λειτουργεί με την επίκληση στη δυνατότητα επιλογής στο πλαίσιο ενός συστήματος που στην πραγματικότητα δεν δίνει άλλη επιλογή, ένα αφήγημα που αποτελεί μέρος του εθνικιστικο-αρτιμελιστικού λόγου περί ένταξης, ή στο πλαίσιο μιας φιλελεύθερης ευγονικής. Αυτή η ψευδαίσθηση επιλογής εκφράζεται, σύμφωνα με τον McRuer, στη φαινομενικά ομόφωνη απάντηση σε ερωτήσεις όπως «Δεν θα ήταν καλύτερα να ακούτε;» ή «Δεν θα προτιμούσατε να βλέπετε;», συμπληρώνοντας ότι «η κουλτούρα που θέτει τέτοιες ερωτήσεις θεωρεί δεδομένο ότι όλοι συμφωνούμε σε ικανές ταυτότητες και προνομιούχες προοπτικές τις οποίες επιδιώκουμε». Το ίδιο συμβαίνει και στην εποχή του Covid-19 όπου η ερώτηση που θέτουν οι τηλεοπτικοί γιατροί είναι «δεν θα ήταν καλύτερο να εμβολιαστείτε;»

Η επιταχυνόμενη χρονικότητα της ευχέρειας (fluency)  έχει ανησυχητικό χαρακτήρα και από μόνη της σηματοδοτεί συνέπειες• κρύβει επίσης μια ξεκάθαρα ηγεμονική λειτουργία: Η ευχέρεια εργάζεται για να κλείσει την παρούσα στιγμή έτσι ώστε τίποτα άλλο, υπό την υπαρξιακή έννοια, να μη νοείται ότι μπορεί να συμβεί. Σ’ αυτό το σημείο, η επισήμανση της Hannah Arendt (1998[1958]) ότι η ανθρώπινη δράση περιορίζεται από την αστυνόμευσή της, μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι η ικανότητα του ανθρώπου να ξεκινήσει κάτι νέο, αυθόρμητο, και ως εκ τούτου μετασχηματιστικό, συνδέεται μέσω της επίβλεψης με την υποψία νόσησης, δυσλειτουργίας ή/και απόκλισης. Αυτό που ορίζει, σύμφωνα με την Arendt, το μεσοδιάστημα της δράσης είναι ακριβώς ο απρόβλεπτος χαρακτήρας της και η ικανότητά της να διακόπτει τις ηγεμονικές κοινωνικές διαδικασίες παράγοντας μια αλυσίδα απρόβλεπτων συνεπειών. Η Arendt, με αυτό τον τρόπο, διαβάζει την πολιτική ως μια διαδικασία κλειστότητας χάριν σταθερότητας. Ισχυρίζεται ότι η προσπάθεια να εξαλειφθεί η δράση λόγω της αβεβαιότητάς της και να σωθούν ανθρώπινες υποθέσεις από τις αδυναμίες τους αντιμετωπίζεται σαν να είναι ή να μπορεί να γίνει το προγραμματισμένο προϊόν της ανθρώπινης φύσης. Η Arendt θεωρεί ότι η μείωση της πολιτικής δράσης προκαλείται από τη γραφειοκρατική διαχείριση και την κατασκευή του εθνικού κράτους στο πλαίσιο του οποίου η καταγραφή της κοινωνικής τάξης στο σώμα μας συντελείται με την εδραίωση μιας συγκεκριμένου τύπου εξομάλυνσης πάνω του, με την υποχρεωτικότητα της πολιτικής θέσης ότι η υγεία και η ικανότητα ως σωματικές καταστάσεις αποτελούν σταθερά, απρόσκοπτα και φυσικά πεδία που υπάρχουν παντού. Η «υποχρεωτική αρτιότητα» εμφανίζεται με τη δυνατότητα της επιλογής, σε ένα σύστημα το οποίο όμως πραγματικά δεν δίνει άλλη επιλογή.

Βιβλιογραφία

  • Adorno, Theodor W., 1973[1966], Negative Dialektik, Frankfurt: Suhrkamp Verlag. Μεταφρασμένο ως Negative Dialectics, μτφρ. E. B. Ashton, London: Routledge.
  • Arendt Hannah, (1998[1958]), The Human Condition, Chicago: University of Chicago Press.
  • Davis L. J., 2006, “Constructing Normalcy: The Bell Curve, the Novel, and the Introduction of the Disabled Body in the Nineteenth Century” στο Davis L. J. (επιμ.), The Disability Studies Reader (2η έκδοση), σ. 3-16, New York: Routledge.
  • Garland-Thomson Rosemarie, 2004, “Disability and Representation”, PMLA 120(2), σ. 522-527.
  • Lilleleht Erica, 2002, "Progress and Power: Exploring the Disciplinary Connections between Moral Treatment and Psychiatric Rehabilitation", Philosophy, Psychiatry, & Psychology. 9(2), σ. 167-182.
  • McRuer Robert, 2006, Crip Theory: Cultural Signs of Queerness and Disability, New York: New York University Press.
  • St. Pierre Joshua, 2017, “Becoming Dysfluent: Fluency as Biopolitics and Hegemony”, Journal of Literary & Cultural Disability Studies, 11(3), σ. 339-356.